Διανύουμε μια ιστορική περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις ανάμεσα στη διανόηση, την «αμφισβήτηση», την εξουσία και το χρήμα μετασχηματίζονται βαθύτατα. Η διανόηση, ως κοινωνικό στρώμα, διευρύνεται αδιάκοπα, μια και ζούμε σε «κοινωνίες της γνώσης και της πληροφορίας», για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση του πρωθυπουργικού συρμού (σε αυτήν αρέσκονται ιδιαίτερα τόσο ο νυν όσο και ο πρώην πρωθυπουργός). Οι διανοούμενοι –με την ευρεία έννοια, που εκτός από τους καλλιτέχνες, τους λογοτέχνες, τους φιλοσόφους, περιλαμβάνει και τους δημοσιογράφους, τα στελέχη κ.λπ.– αναβαθμίζονται στην κλίμακα της εξουσίας και, εκ παραλλήλου με την οικονομική και πολιτική, μεταβάλλονται συχνά σε ισότιμο πυλώνα της. Τις ποικίλες –θεωρητικές και πρακτικές– διαστάσεις του ζητήματος αυτού θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε σε μια σειρά αφιερώματα του Άρδην, τα οποία θα επικεντρωθούν στην Ελλάδα, και μάλιστα κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο, χωρίς όμως να παραβλέψουμε τις διεθνείς διαστάσεις του.
Στο πρώτο αφιέρωμα, θα επιχειρήσουμε να διερευνήσουμε τη σχέση ανάμεσα στη διανόηση, τις μη κυβερνητικές οργανώσεις και την εξουσία, όπως διαμορφώθηκε ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του ’60 και την ανάδυση των λεγόμενων «νέων κοινωνικών κινημάτων», με επίκεντρο την πιο παραδειγματική περίπτωση, τις σχέσεις του Ιδρύματος Φορντ τόσο με τους διανοουμένους στην Ελλάδα την περίοδο της δικτατορίας όσο και με τα «νέα κοινωνικά κινήματα» σε όλο τον κόσμο.
***
Οπως θα θυμούνται οι παλαιότεροι, μεσούσης της δικτατορίας, το καλοκαίρι του 1972, ένα τεράστιο ηθικό και πολιτικό ζήτημα ήρθε να διχάσει την ελληνική διανόηση: οι επιχορηγήσεις του Ιδρύματος Φορντ. Η συζήτηση άναψε και για δύο ολόκληρα χρόνια μέχρι την πτώση της δικτατορίας, αποτέλεσε ένα από τα κεντρικότερα ζητήματα των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων στο εσωτερικό του αντιδικτατορικού χώρου. Περί τίνος επρόκειτο; ΤΟ ΙΔΡΥΜΑ ΦΟΡΝΤ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Το Ιδρυμα Φορντ (Ford Foundation), της γνωστής οικογενείας αυτοκινητoβιομηχάνων, ήταν τότε το σημαντικότερο αμερικανικό ίδρυμα, το οποίο επιχορηγούσε άτομα και οργανισμούς σε όλον σχεδόν τον κόσμο, εκτός βέβαια του ανατολικού στρατοπέδου. Στην Ελλάδα άρχισε τις επιχορηγήσεις του από το 1958 και μέχρι το 1967 ενίσχυε κυρίως ημι-κρατικούς ή ημιεπίσημους οργανισμούς και δραστηριότητες. Για παράδειγμα, ο «Αθηναϊκός Τεχνολογικός Όμιλος» του Κωνσταντίνου Δοξιάδη –πολεοδόμου, καθηγητή σε αμερικανικά πανεπιστήμια και υπουργού από το 1946 έως το 1952– έλαβε, μέχρι το 1972, 100.650.000 δραχμές, όταν οι συνολικές επιχορηγήσεις του ιδρύματος σε οργανισμούς μέχρι το 1974 ανερχόταν σε 215 εκατομμύρια, δηλαδή το 45% του συνόλου. (Και καθώς δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι την ίδια εποχή τα «καλά» μεροκάματα έφταναν τις 100 δραχμές, σε σημερινά ποσά, πρόκειται για δισεκατομμύρια δραχμές). Το Κέντρο Οικονομικών Ερευνών που δημιούργησε ο Κ. Καραμανλής με πρόεδρο τον Ανδρέα Παπανδρέου, το 1961, έλαβε, μέχρι το 1966, 15 εκατ. δρχ., η Αμερικανική Σχολή που πραγματοποιούσε τις ανασκαφές στη Στοά του Αττάλου, 30 εκατομμύρια, κ.ο.κ. Δηλαδή το Ίδρυμα Φορντ ενίσχυε ιδρύματα που κινούνταν πάντα στο πλαίσιο των επίσημων θεσμών, έστω και στην πιο φιλελεύθερη εκδοχή τους, και μάλιστα στην ενίσχυση των μηχανισμών της φιλελεύθερης σχεδιοποίησης, σε αντίθεση με τη σοβιετική. Όπως θα διαπιστώσουμε και στο κείμενο του Ρ. Ντεσάι για την Ινδία, που ακολουθεί, επρόκειτο για βασική διάσταση της πολιτικής των Αμερικανών και ιδιαίτερα των κύκλων του Δημοκρατικού Κόμματος. Εξ ου και η ενίσχυση του «Αθηναϊκού Τεχνολογικού Ομίλου» του Δοξιάδη, που είχε αναπτυγμένη δραστηριότητα στον Τρίτο Κόσμο, καθώς και του ΚΕΠΕ, που με τον Ανδρέα Παπανδρέου εισήγαγε την «ενδεικτική» σχεδιοποίηση στην Ελλάδα.
Ωστόσο, από το 1968 και εφεξής, οι επιχορηγήσεις, τα «γκραντς», του ιδρύματος στην Ελλάδα κατευθύνονται πλέον προνομιακά σε οργανισμούς ανεξάρτητους από το κράτος και πολλαπλασιάζονται οι ατομικές επιχορηγήσεις προς επιστήμονες, καλλιτέχνες και λογοτέχνες. Η υπεύθυνη των επιχορηγήσεων του ιδρύματος στην Ελλάδα κ. Μυριβήλη, ενώ μέχρι μια ορισμένη χρονολογία συνέχιζε να εργάζεται στην Aμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών (η USIS δεν πρέπει να συγχέεται με την CIA), δήλωσε πως παραιτήθηκε για να αφιερωθεί στη χορήγηση των υποτροφιών. Στις δύσκολες συνθήκες της δικτατορίας, το Θέατρο Τέχνης του Κουν θα επιχορηγηθεί με 12 εκατ., η Δώρα Στράτου με 9 εκατ., ο Σύγχρονος Κινηματογράφος του Βασίλη Ραφαηλίδη με 3.135.000 δρχ. Το Κέντρο Φιλοσοφικών Ερευνών που εκδίδει το περιοδικό Δευκαλίων, με υπεύθυνους τον Θαν. Κιτσόπουλο και τον Χρ. Γιανναρά, με 9.971.000 δρχ. Προσωπικές επιχορηγήσεις θα λάβουν ποιητές όπως ο Οδ. Ελύτης, ο Νίκος Καρούζος και ο Μίλτος Σαχτούρης, και συγγραφείς όπως ο Γ. Ιωάννου, ο Ν. Κάσδαγλης, ο Κ. Ταχτσής, ο Αλ. Κοτζιάς κ.ά. (Ο Μανώλης Αναγνωστάκης, μετά τον θόρυβο που έγινε, δεν απεδέχθη την επιχορήγηση). Από τους κινηματογραφιστές, ο Θ. Αγγελόπουλος, ο Π. Βούλγαρης, ο Κ. Μανουσάκης κ.ά.. Από ζωγράφους και μουσικούς, ο Θόδωρος, ο Σισιλιάνος, ο Ανωγειανάκης, ο Χρ. Καράς κ.ά. Από επιστήμονες, ο Θ. Κακριδής, ο Δ. Μαρωνίτης, η Α. Κυριακίδου-Νέστορος, ο Στ. Ράμφος, ο Μανόλης Χατζιδάκης, ο Αλεξ. Δεσποτόπουλος, ο Χρ. Γιανναράς κ.ά. (Ο Δ. Καράγιωργας θα επιστρέψει, το 1974, το ποσό της χορηγίας).
Έτσι η νέα στρατηγική του ιδρύματος στρέφεται πλέον στην ενίσχυση οργανισμών ή ατόμων χωρίς θεσμική σχέση με το (χουντικό) κράτος, ή ακόμα και σε ανοικτή αντιπαράθεση μαζί του. Μάλιστα, με βάση την ελληνική εμπειρία, την ίδια στρατηγική θα ακολουθήσει αργότερα το Ίδρυμα Φορντ και στη Χιλή του Πινοσέτ.